ανάποδα
επίρρημα1. Σε θέση με το πάνω και το κάτω αντιστραμμένα σε σχέση με τη φυσιολογική ή αναμενόμενη θέση.
2. Με τρόπο αντίστροφο σε σχέση με τη συνηθισμένη φορά, σειρά ή τάξη.
Συνώνυμα
αντεστραμμένα αναστραμμένα αντίστροφα αναποδογυρισμένα ανάποδον αναποδογυρισμένος στραβά αντιστρόφως τούμπα τούμπαλιν ανάστροφα διαφορετικά πίσω αλλιώς οπίσω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλα το ποτήρι ανάποδα στον πάγκο για να στεγνώσει.
- Το πουλόβερ το φόρεσε ανάποδα, με την ετικέτα στο μπροστινό μέρος.
- Μετά το ατύχημα, όλη η ζωή του γύρισε ανάποδα.
- Μην το διαβάζεις ανάποδα, θα μπερδευτείς.
- Γυρίζω τη φωτογραφία ανάποδα για να δω την αντίθετη προοπτική.