καλοσύνη
ουσιαστικό1. Η ηθική ή ψυχική ιδιότητα του να συμπεριφέρεται κάποιος με φροντίδα, κατανόηση και πρόθεση να ωφελήσει ή να μην βλάψει τους άλλους.
Συνώνυμα
αγαθότητα καλοκαγαθία καλοκαρδία ανθρωπιά μεγαλοψυχία γενναιοδωρία φιλανθρωπία ευσπλαχνία συμπόνια ευεργεσία χρηστότητα γλύκα χάρις ευμένεια σπλαχνικότητα ευγένεια αγάπη στοργή συμπάθεια αρετή επιείκεια θερμότητα ηπιότητα φιλικότητα
Αντώνυμα
κακία μοχθηρία σκληρότητα ασπλαχνία σκληροκαρδία βαναυσότητα εχθρότητα μισανθρωπία κακοσύνη φρικαλεότητα εγωισμός αδιαφορία αχαριστία μνησικακία αγριότητα αναλγησία θυμός μικροψυχία πονηριά απάνθρωπια ψυχρότητα επιβουλή επιθετικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καλοσύνη της με συγκίνησε βαθιά.
- Έκανε μια μικρή καλοσύνη και βοήθησε τον γείτονα με τα ψώνια.
- Η καλοσύνη του λαού φάνηκε στην άμεση ανταπόκριση μετά την πλημμύρα.
- Η καλοσύνη είναι θεμελιώδης αξία για μια υγιή κοινωνία.
- Με καλοσύνη και υπομονή, τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα.