καλοπροαίρετος
επίθετοΠου δείχνει καλή πρόθεση, ευμενή διάθεση και επιθυμία να ενεργεί ή να κρίνει με τρόπο που ωφελεί και δεν βλάπτει τους άλλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δάσκαλος ήταν καλοπροαίρετος και προσπάθησε να βοηθήσει όλους τους μαθητές.
- Παρότι η κριτική του ήταν αυστηρή, φάνηκε καλοπροαίρετος στις προθέσεις του.
- Η Μαρία είναι πάντα καλοπροαίρετη όταν δίνει συμβουλές στους φίλους της.
- Οι γείτονες ήταν καλοπροαίρετοι και προσφέρθηκαν να μας βοηθήσουν με τη μετακόμιση.
- Ο καλοπροαίρετος σχολιασμός του έδειχνε πως ήθελε το καλό της ομάδας.