κακολογώ
ρήμα1. Εκφράζω αρνητική, υποτιμητική ή απαξιωτική κρίση για κάποιον, αναφέροντας τα ελαττώματα ή τα σφάλματά του σε τρίτους.
2. Μιλάω για κάποιον με τρόπο που στοχεύει να μειώσει την εκτίμηση, την υπόληψη ή τη φήμη του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά κακολογώ ανθρώπους όταν θυμώνω, αλλά μετά ντρέπομαι.
- Προσπαθώ να μην κακολογώ τους συναδέλφους μου μπροστά σε άλλους.
- Το να κακολογώ δημόσια ένα συνεργάτη μπορεί να βλάψει σοβαρά την επαγγελματική του εικόνα.
- Μου είπαν ότι κακολογώ τους γείτονές μου πίσω από την πλάτη τους, κάτι που δεν ισχύει.
- Όταν κακολογώ, συνειδητοποιώ πως χάνω την εμπιστοσύνη των φίλων μου.