καθηλώνομαι
ρήμα1. Ακινητοποιούμαι ή χάνω την ικανότητα κίνησης, συνήθως εξαιτίας φόβου, σοκ, πόνου ή ιατρικής κατάστασης.
2. Μένω ακίνητος και έντονα προσηλωμένος σε κάτι, εξαιτίας ενδιαφέροντος, θαυμασμού ή αγωνίας.
Συνώνυμα
μαγνητίζομαι μαγεύομαι σαγηνεύομαι γοητεύομαι συναρπάζομαι καρφώνομαι ακινητοποιούμαι εγκλωβίζομαι παγιδεύομαι κολλάω παγώνω εντυπωσιάζομαι ενθουσιάζομαι συγκλονίζομαι συγκινούμαι σαστίζομαι κάθομαι συλλαμβάνομαι καταστέλλομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- καθηλώνομαι από την παράσταση και δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου.
- Μπροστά στο ξαφνικό θόρυβο καθηλώνομαι από το φόβο και παγώνω.
- Λόγω της σοβαρής ασθένειας καθηλώνομαι στο κρεβάτι για αρκετές εβδομάδες.
- Όταν μια ιστορία με συγκινεί πολύ, καθηλώνομαι και ξεχνάω τον γύρω κόσμο.
- Καθηλώνομαι στην καρέκλα κάθε φορά που με πιάνει κρίση πανικού.