ιδιωτικός
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με ιδιώτες ή με μη κρατικούς φορείς, δηλαδή δεν υπάγεται σε δημόσιο έλεγχο.
2. Που προορίζεται για προσωπική χρήση ή για περιορισμένη πρόσβαση, συνήθως μη ανοικτό στο κοινό.
Συνώνυμα
ιδιωτικό προσωπικός ατομικός δικός κλειστός ιδιαίτερος αποκλειστικός προσωπικό ανεπίσημος αστικός ιδιόκτητος οικιακός εσωτερικός απόρρητος μυστικός εξατομικευμένος ιδιωτεύων
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιδιωτικός τομέας δημιουργεί πολλές θέσεις εργασίας.
- Ο ιδιωτικός χώρος της αυλής είναι περιφραγμένος.
- Ένας ιδιωτικός γιατρός εξέτασε τον ασθενή το απόγευμα.
- Ο ιδιωτικός επενδυτής χρηματοδότησε την καινοτομία.
- Ο ιδιωτικός δάσκαλος προσφέρει ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά.
- Ο ιδιωτικός βίος του καλλιτέχνη πρέπει να γίνεται σεβαστός.