δικαστικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με τα δικαστήρια, τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος και τη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.

2. Που ανήκει ή αφορά τους δικαστές, τις δικαστικές αρχές και τις επίσημες αποφάσεις τους.

Συνώνυμα

δικαστηριακός δικανικός νομικός δικαιοδοτικός

Αντώνυμα

εξωδικαστικός εξώδικος αντιδικαστικός ιδιωτικός ανεπίσημος παραδικαστικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δικαστικός υπάλληλος κοινοποίησε την απόφαση του δικαστηρίου.
  • Η δικαστική απόφαση άλλαξε την επιμέλεια των παιδιών.
  • Οι δικαστικοί ιατροί επιβεβαίωσαν την αιτία του θανάτου.
  • Ακολουθήθηκαν όλες οι δικαστικές διαδικασίες πριν την εκδίκαση της υπόθεσης.
  • Η έκθεση έχει δικαστικό χαρακτήρα και θα κατατεθεί στο πρωτοδικείο.