θύμα
ουσιαστικό1. Πρόσωπο, ομάδα ή οργανισμός που υφίσταται βλάβη, τραυματισμό, απώλεια, καταπίεση ή αδικία ως αποτέλεσμα πράξης, παράλειψης, ατυχήματος, εγκλήματος, καταστροφικού γεγονότος ή συστηματικής συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
πάσχων τραυματίας τραυματισμένος απατημένος κακοπαθημένος στόχος θυσία αρνί υποκείμενο θήραμα κακομοίρης όμηρος αποδέκτης
Αντώνυμα
θύτης δράστης δολοφόνος ληστής τίγρη κυνηγός καρχαρίας κατηγορούμενος εκτελεστής αρπακτικό διώκτης επιτιθέμενος μπράβος ντετέκτιβ βιαστής επιδρομέας νικητής μπάτσος αρχιφύλακας αλεπού ανιχνευτής ρεπόρτερ τίγρης βλήμα διαρρήκτης κακοποιός παράγοντας χειριστής αντίπαλος εχθρός προστάτης διασώστης καθοδηγητής ορμητήριο σωτήρας υπερασπιστής κριτής νταής
Παραδείγματα χρήσης
- Το θύμα της ληστείας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
- Πολλά ζώα έγιναν θύματα της πυρκαγιάς.
- Μην γίνεσαι θύμα απάτης στο διαδίκτυο.
- Η επιχείρηση έγινε θύμα της οικονομικής κρίσης.
- Έγινε θύμα της παραπληροφόρησης και πίστεψε ψευδείς ειδήσεις.