θύμα

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο, ομάδα ή οργανισμός που υφίσταται βλάβη, τραυματισμό, απώλεια, καταπίεση ή αδικία ως αποτέλεσμα πράξης, παράλειψης, ατυχήματος, εγκλήματος, καταστροφικού γεγονότος ή συστηματικής συμπεριφοράς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το θύμα της ληστείας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
  • Πολλά ζώα έγιναν θύματα της πυρκαγιάς.
  • Μην γίνεσαι θύμα απάτης στο διαδίκτυο.
  • Η επιχείρηση έγινε θύμα της οικονομικής κρίσης.
  • Έγινε θύμα της παραπληροφόρησης και πίστεψε ψευδείς ειδήσεις.