αρνί
ουσιαστικό1. Νεαρό πρόβατο, συνήθως κάτω του ενός έτους, με απαλή τρίχα και συχνά ήπιο χαρακτήρα, που εκτρέφεται για γάλα, κρέας ή αναπαραγωγή.
2. Το κρέας του νεαρού προβάτου, ιδιαιτέρως εκλεκτό και ευρέως καταναλισκόμενο σε παραδοσιακά γιορτινά γεύματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αρνί βόσκει στο καταπράσινο λιβάδι.
- Το αρνί στο φούρνο έγινε τρυφερό και νόστιμο.
- Το αρνί του Πάσχα είναι οικογενειακή παράδοση.
- Ο μικρός μπροστά στον δάσκαλο ήταν ήσυχος σαν αρνί.
- Την αποκαλούσε αρνί από στοργή.