κριτής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που εκτιμά, αξιολογεί και αποφασίζει περί της ποιότητας, της καταλληλότητας ή της επιτυχίας έργων, παρουσιών ή επιδόσεων, αποδίδοντας βαθμούς ή κρίση.

Συνώνυμα

ρέφερι βαθμολογητής δικαστής διαιτητής κριτικός αξιολογητής εξεταστής ένορκος επικριτής πρόεδρος επόπτης εισηγητής επιμελητής επιθεωρητής ελεγκτής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κριτής διάβασε την απόφαση στο δικαστήριο.
  • Ο κριτής του διαγωνισμού έδωσε την πρώτη θέση στην καλύτερη ερμηνεία.
  • Οι κριτές αξιολόγησαν τις εμφανίσεις και ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα.
  • Μη γίνεσαι κριτής των επιλογών των άλλων χωρίς να γνωρίζεις τα κίνητρά τους.
  • Ο κριτής της αρχαιολογίας έκρινε ότι το εύρημα ανήκε στον 3ο αιώνα π.Χ.