θυμώνω
ρήμα1. Υποβάλλομαι ή εκδηλώνω έντονο αρνητικό συναίσθημα, με εσωτερική ένταση και δυσφορία, ως αντίδραση σε πραγματική ή αντιληπτή προσβολή, αδικία ή απογοήτευση.
Συνώνυμα
οργίζομαι εκνευρίζομαι νευριάζω αγριεύομαι αγανακτώ εξοργίζομαι φουντώνω σαλτάρω εξανίσταμαι τρελαίνομαι τρελαίνω εκνευρίζω νιώθω ανασταίνομαι εξαγριώνω θίγομαι ερεθίζομαι ξεσπάω ξενερώνω χαλάω παρεξηγώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν θυμώνω, προσπαθώ να ηρεμώ.
- Συχνά θυμώνω με μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες.
- Τον θυμώνω όταν του λέω την αλήθεια.
- Δεν θέλω να θυμώνω χωρίς λόγο.
- Είναι φυσιολογικό να θυμώνω όταν αδικούμαι.