θεωρώ

ρήμα

1. Εκφράζω ή σχηματίζω γνώμη, κρίση ή εκτίμηση για κάτι ή κάποιον.

2. Αποδίδω σε κάτι ή κάποιον συγκεκριμένη ιδιότητα, θέση ή κατηγορία.

3. Υποθέτω ή λαμβάνω κάτι ως δεδομένο χωρίς απόλυτη βεβαιότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσωπικά θεωρώ ότι αυτή η λύση είναι η καλύτερη.
  • Τον θεωρώ αξιόπιστο συνεργάτη.
  • Την θεωρώ ικανή να αναλάβει το έργο.
  • Αυτό το έργο θεωρώ απαραίτητο για την ανάπτυξη της εταιρείας.
  • Με βάση τα στοιχεία, θεωρώ ότι χρειάζονται επιπλέον έρευνες.
  • Τη σιωπή του θεωρώ ένδειξη αποδοχής.