θάβω

ρήμα

1. Τοποθετώ στο έδαφος και καλύπτω με χώμα ή άλλο υλικό ένα σώμα, αντικείμενο ή υπόλειμμα, συνήθως με σκοπό την ταφή.

2. Καλύπτω ή αποκρύπτω πληροφορία, γεγονός ή θέμα, ώστε να μην γίνει γνωστό ή να μην αναδειχθεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χθες θάψαμε τον παππού στο μικρό νεκροταφείο του χωριού.
  • Κάθε άνοιξη θάβω τους σπόρους σε βαθιές λωρίδες στον κήπο.
  • Προσπαθούν να θάψουν τα δυσάρεστα νέα πριν βγουν στη δημοσιότητα.
  • Οι κριτικοί τον θάβουν σε κάθε του παράσταση.
  • Προσπάθησε να θάψει τον πόνο μέσα της και να συνεχίσει τη ζωή.