ησυχασμός

ουσιαστικό

1. Κατάσταση απουσίας θορύβου ή αναταραχής όπου επικρατεί εξωτερική σιωπή και γαλήνη.

2. Εσωτερική ψυχική κατάσταση βαθιάς ηρεμίας και συγκέντρωσης, συχνά επιδιωκόμενη μέσω προσευχής, στοχασμού ή αποχής από εξωτερικές ενασχολήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ησυχασμός του πρωινού δάσους με ηρέμησε.
  • Στην ορθόδοξη παράδοση, ο ησυχασμός είναι μορφή πνευματικής άσκησης.
  • Ήθελε λίγες ώρες ησυχασμό για να συγκεντρωθεί στις εξετάσεις.
  • Μετά τον καυγά επικράτησε ησυχασμός στην αίθουσα.
  • Ο γιατρός συνέστησε ησυχασμό και ξεκούραση για γρήγορη ανάρρωση.