επόπτης

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που επιβλέπει και κατευθύνει την εργασία ή τη συμπεριφορά άλλων, φροντίζοντας για την τήρηση των κανόνων και την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επόπτης ζήτησε από τους εργαζόμενους να τηρούν τα μέτρα ασφάλειας.
  • Ο επόπτης της παραλίας φώναξε για να προειδοποιήσει τους κολυμβητές.
  • Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, ο επόπτης ελέγχει τις ταυτότητες και το απαγορευμένο υλικό.
  • Ο επόπτης του έργου συνέταξε την έκθεση προόδου για την επιτροπή.
  • Ο επόπτης γραμμής σήκωσε τη σημαία για να υποδείξει οφσάιντ.