επιτήρηση

ουσιαστικό

1. Παρακολούθηση και έλεγχος της συμπεριφοράς, των ενεργειών ή των συνθηκών ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός συστήματος ή ενός χώρου με σκοπό την ασφάλεια, την τήρηση κανόνων ή την παροχή φροντίδας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιτήρηση των ασθενών στο νοσοκομείο είναι συνεχής.
  • Γίνεται επιτήρηση με κάμερες στην είσοδο του κτιρίου.
  • Υπό την επιτήρηση του δασκάλου, τα παιδιά έπαιξαν στον κήπο.
  • Η επιτήρηση των συνόρων αναβαθμίστηκε με νέα τεχνολογία.
  • Αφέθηκε ελεύθερος υπό περιοριστική επιτήρηση.
  • Η επιτήρηση των εξετάσεων ανατέθηκε σε δύο καθηγητές.