επικροτώ
ρήμα1. Εκφράζω θετική κρίση ή επιδοκιμασία για μια πράξη, ιδέα ή πρόσωπο, συνήθως με λόγια, χειρονομίες ή δημόσια δήλωση.
2. Δηλώνω συμφωνία ή υποστήριξη προς μια πρόταση, απόφαση ή ενέργεια, ενθαρρύνοντας την αποδοχή ή εφαρμογή της.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ επικροτώ την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για εξοικονόμηση ενέργειας.
- Επικροτώ την πρωτοβουλία των νέων για τον καθαρισμό της παραλίας.
- Σε δημόσια συνεδρίαση, επικροτώ τις προτάσεις που προάγουν την κοινωνική συνοχή.
- Ως καθηγητής, επικροτώ την προσπάθεια των μαθητών που δούλεψαν με συνέπεια.
- Παρότι είχα ενστάσεις, στο τέλος επικροτώ την επιλογή της επιτροπής.
- Στην εκδήλωση, επικροτώ το έργο των εθελοντών με θερμό χειροκρότημα.