επικίνδυνος
επίθετο1. Που παρουσιάζει άμεσο ή πιθανό κίνδυνο για ανθρώπους, ζώα ή πράγματα.
2. Που εμπεριέχει μεγάλη πιθανότητα πρόκλησης ζημίας, τραυματισμού ή άλλων δυσμενών επιπτώσεων σε μια κατάσταση ή ενέργεια.
Συνώνυμα
κινδυνώδης επικινδυνώδης ριψοκίνδυνος απειλητικός επιβλαβής βλαβερός παράτολμος βλαπτικός ζημιογόνος ανησυχητικός ανασφαλής επιζήμιος επισφαλής θανάσιμος θανατηφόρος ύπουλος δολοφονικός καταστροφικός κακός εκρηκτικός κρίσιμος σοβαρός απατηλός μοιραίος ολέθριος μολυσμένος προβληματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μονοπάτι στο βουνό είναι επικίνδυνο μετά τη βροχή.
- Ο οδηγός ήταν τόσο απερίσκεπτος και επικίνδυνος.
- Η αρκούδα πλησίαζε τον καταυλισμό και ήταν επικίνδυνη.
- Η κατάσταση στην περιοχή έγινε επικίνδυνη για τους κατοίκους.
- Τα χημικά απόβλητα θεωρούνται επικίνδυνα για το περιβάλλον.