εξωφρενικός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονη έκπληξη ή απορία λόγω λόγων, πράξεων ή ιδεών που ξεπερνούν τα όρια του αναμενόμενου και φαίνεται να αγνοούν τη λογική ή την κοινή εμπειρία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρότασή του ήταν εξωφρενική και κανείς δεν την πήρε στα σοβαρά.
- Η τιμή του κινητού ήταν εξωφρενική.
- Έκαναν ένα εξωφρενικό λάθος στη μετάδοση.
- Οι εξωφρενικές αντιδράσεις του κοινού μάς αιφνιδίασαν.
- Ο τρόπος του να συμπεριφέρεται στο γραφείο ήταν εξωφρενικός.