εξευτελισμός
ουσιαστικό1. Η πράξη ή κατάσταση κατά την οποία αφαιρείται ή μειώνεται η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός ενός προσώπου μέσω προσβολής, υποτιμητικής συμπεριφοράς ή δημόσιας έκθεσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δημόσιος εξευτελισμός της ήταν ανείπωτος.
- Αισθάνθηκε βαθύ εξευτελισμό όταν τον αποκάλεσαν ψεύτη μπροστά σε όλους.
- Η διαρροή των εγγράφων οδήγησε στον πολιτικό εξευτελισμό του υπουργού.
- Η ήττα της ομάδας στον τελικό μετατράπηκε σε συλλογικό εξευτελισμό για τους οπαδούς.
- Ο δάσκαλος επέκρινε έντονα τη συμπεριφορά, λέγοντας ότι προκαλεί εξευτελισμός των μαθητών.