εμφανής
επίθετο1. Που γίνεται εύκολα αντιληπτό ή διακρίνεται με τις αισθήσεις.
2. Που γίνεται κατανοητό μέσω της λογικής ή των δεδομένων, χωρίς επιπλέον εξηγήσεις.
3. Που δεν παραμένει κρυφό και γίνεται αντιληπτό από ευρύτερο κοινό ή περιβάλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εμφανής βελτίωση της υγείας του καθησύχασε την οικογένεια.
- Το σημάδι στον τοίχο ήταν εμφανές ακόμη και από μακριά.
- Οι εμφανείς τάσεις στα δεδομένα δείχνουν αύξηση των πωλήσεων.
- Η απουσία του έγινε εμφανής μόλις άρχισαν οι μετρήσεις.
- Η εμφανής αιτία του προβλήματος δεν αντικατοπτρίζει πάντα την πραγματική αιτία.