εμπαιγμός
ουσιαστικό1. Συμπεριφορά κατά την οποία κάποιος αντιμετωπίζει έναν άλλον με έλλειψη σεβασμού, χρησιμοποιώντας ειρωνικά σχόλια ή ενέργειες που αποσκοπούν στο να τον μειώσουν ή να τον παρουσιάσουν ως αντικείμενο διασκέδασης.
Συνώνυμα
κοροϊδία χλευασμός χλεύη γελοιοποίηση κοροϊδισμός σάτιρα πείραγμα τρολάρισμα τρολιά παραπλάνηση εξαπάτηση εξευτελισμός ξεφτίλισμα φάρσα πλακίτσα απάτη διασυρμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εμπαιγμός των πολιτών από την κυβέρνηση ξεσήκωσε οργή.
- Ήταν προφανές ότι η υπόσχεση ήταν εμπαιγμός, όχι πραγματική δέσμευση.
- Αισθανθήκαμε ότι όλα όσα είχαν γίνει ήταν εμπαιγμός.
- Ο εμπαιγμός σχετικά με τα δικαιώματά μου δεν γίνεται ανεκτός.
- Το τηλεφώνημα αποδείχτηκε εμπαιγμός — απλώς ένα κακόγουστο αστείο.