ελκύω

ρήμα

1. Ασκώ δύναμη ώστε να μετακινηθεί ένα αντικείμενο προς εμένα ή προς ένα σημείο.

2. Ασκώ έλξη μεταξύ σωμάτων λόγω φυσικών ιδιοτήτων (π.χ. βαρύτητα, μαγνητισμός), με αποτέλεσμα να κατευθύνεται ή να συγκρατείται το ένα προς το άλλο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μαγνήτης ελκύει τα μεταλλικά αντικείμενα.
  • Η παραλία ελκύει πολλούς τουρίστες κάθε καλοκαίρι.
  • Η νέα τεχνολογία ελκύει το ενδιαφέρον των επενδυτών.
  • Τον ελκύει η ιδέα να ταξιδέψει μόνος.
  • Η βαρύτητα ελκύει τα σώματα προς το κέντρο της Γης.
  • Η προσφορά εργασίας ελκύει πολλούς νέους στην πόλη.