εκχωρώ
ρήμα1. Παραχωρώ σε άλλο πρόσωπο την κυριότητα, κάποιο δικαίωμα ή μια απαίτηση, ώστε αυτός να αποκτήσει τη νόμιμη εξουσία ή το συμφέρον που είχα εγώ.
2. Αναθέτω σε τρίτο την άσκηση αρμοδιοτήτων, εξουσιών ή καθηκόντων που προηγουμένως εκτελούσα εγώ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τη γραπτή συμφωνία εκχωρώ το δικαίωμα χρήσης του λογισμικού στην εταιρεία.
- Στο πλαίσιο του έργου εκχωρώ στους συνεργάτες μου τις ευθύνες για τον έλεγχο ποιότητας.
- Για να εξασφαλίσω το δάνειο εκχωρώ στην τράπεζα τις απαιτήσεις μου από το μισθωτήριο συμβόλαιο.
- Σε αντάλλαγμα για την αμοιβή εκχωρώ τα πνευματικά δικαιώματα του έργου.
- Δεν εκχωρώ ποτέ την ευθύνη λήψης αποφάσεων χωρίς προηγούμενη ενημέρωση.