εκρηκτικός

επίθετο

1. Που μπορεί να εκραγεί ή να προκαλέσει έκρηξη λόγω παρουσίας εύφλεκτων ή εκρηκτικών υλικών ή συνθηκών.

2. Που χαρακτηρίζεται από αιφνίδια, βίαιη και έντονη έξαρση ή ενέργεια, ικανή να επιφέρει γρήγορη μεταβολή στην κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκρηκτική συσκευή εξουδετερώθηκε από τους ειδικούς.
  • Έχει πολύ εκρηκτικό χαρακτήρα και ξεσπά εύκολα.
  • Η πολιτική συγκέντρωση έγινε εκρηκτική όταν ξέσπασαν συγκρούσεις.
  • Η ταινία γνώρισε εκρηκτική επιτυχία στο εξωτερικό.
  • Ο τραγουδιστής απέδωσε έναν εκρηκτικό ρεφρέν που ξεσήκωσε το κοινό.