εκπρόσωπος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που ενεργεί ή μιλά εξ ονόματος άλλου ατόμου, ομάδας ή οργανισμού, με εξουσιοδότηση να λαμβάνει αποφάσεις ή να μεταφέρει θέσεις.
2. Πρόσωπο που λειτουργεί ως ενδιάμεσο για επικοινωνία, παρουσίαση ή διαπραγμάτευση μεταξύ διαφορετικών μερών.
Συνώνυμα
αντιπρόσωπος πληρεξούσιος εντεταλμένος απεσταλμένος επίτροπος πρεσβευτής σπόκσμαν επιτετραμμένος πρέσβης πράκτορας παραστάτης φορέας αξιωματούχος πρόξενος συνήγορος διαμεσολαβητής ομιλητής αγγελιαφόρος κομιστής αγγελιοφόρος πρόεδρος πολιτικός πρωτοστάτης
Αντώνυμα
ιδιώτης εκπροσωπούμενος πολίτης πελάτης καταναλωτής παρατηρητής αποδέκτης αντίπαλος αντίδικος θεατής μάρτυρας
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εκπρόσωπος της εταιρείας έκανε δηλώσεις μετά το ατύχημα.
- Η εκπρόσωπος της κυβέρνησης απάντησε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.
- Ο εκπρόσωπος του κατηγορουμένου παρενέβη για να διευκρινίσει τα γεγονότα.
- Η εκπρόσωπος των μαθητών παρουσίασε τις προτάσεις στο συμβούλιο.
- Ο εκπρόσωπος της αποστολής συναντήθηκε με τους ξένους ομολόγους του.