εκκλησία
ουσιαστικό1. Κτίριο ή χώρος προοριζόμενος για τη λατρεία, τις θρησκευτικές τελετές και τις λειτουργίες του χριστιανισμού.
2. Σύνολο ή κοινότητα πιστών που τελούν κοινή λατρεία και συνδέονται με κοινούς δογματικούς και οργανωτικούς θεσμούς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκκλησία στην πλατεία χρονολογείται από τον 18ο αιώνα.
- Πηγαίνουν στην εκκλησία κάθε Κυριακή.
- Η εκκλησία εξέφρασε τη γνώμη της για το νομοσχέδιο.
- Η εκκλησία του χωριού οργάνωσε συλλογή τροφίμων για τους κατοίκους.
- Ο γάμος έγινε στην εκκλησία με λίγους συγγενείς και φίλους.