ειδοποιώ
ρήμα1. Ενημερώνω κάποιον για ένα γεγονός, κατάσταση ή πληροφορία, ώστε να τη γνωρίζει.
2. Προειδοποιώ για πιθανό κίνδυνο, συνέπεια ή αλλαγή, προτρέποντας σε προσοχή ή άμεση δράση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε ειδοποιώ για το ραντεβού αύριο.
- Σε ειδοποιώ ότι υπάρχει κίνδυνος πυρκαγιάς στην περιοχή.
- Αν εντοπίσω διαρροή, ειδοποιώ την υπηρεσία ύδρευσης αμέσως.
- Στην αρχή κάθε μήνα, ειδοποιώ τους συνδρομητές για την ανανέωση της συνδρομής.
- Όταν αλλάζει η διεύθυνσή μου, ειδοποιώ το ταχυδρομείο και τους φίλους μου.