εγχώριος
επίθετο1. Που ανήκει ή προέρχεται από την ίδια χώρα ή περιοχή, που παράγεται, διανέμεται ή έχει καταγωγή στο εσωτερικό μιας πολιτείας ή γεωγραφικής ενότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προτιμώ τα εγχώρια προϊόντα.
- Οι εγχώριοι παραγωγοί χρειάζονται περισσότερη στήριξη.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα μέτρα για την εγχώρια αγορά.
- Το συγκεκριμένο είδος είναι εγχώριο και κινδυνεύει με εξαφάνιση.
- Ο εγχώριος τουρισμός παρουσιάζει αύξηση μετά την πανδημία.