παγκόσμιος
επίθετο1. Που εκτείνεται ή ισχύει σε ολόκληρο τον πλανήτη, καλύπτοντας πολλές ή όλες τις χώρες και ηπείρους.
2. Που αφορά το σύνολο της ανθρωπότητας ή ζητήματα που έχουν επίπτωση σε παγκόσμια κλίμακα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται.
- Η παγκόσμια οικονομία επηρεάστηκε από την κρίση.
- Στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής στην πυγμαχία.
- Το φαινόμενο εξαπλώνεται σε παγκόσμια κλίμακα.
- Οι παγκόσμιες πολιτιστικές ανταλλαγές έχουν ενταθεί.