διορισμός

ουσιαστικό

1. Η επίσημη ανάθεση σε πρόσωπο μιας θέσης, αξιώματος ή υπηρεσίας από αρμόδια αρχή, συνήθως συνοδευόμενη από σχετική πράξη ή έγγραφο.

2. Το έγγραφο ή η πράξη που επικυρώνει και καθιστά δεσμευτική την ανάθεση αυτή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διορισμός της νέας δασκάλας ανακοινώθηκε χθες.
  • Περιμένει τον διορισμό του σε δημόσια υπηρεσία.
  • Ο διορισμός του ως διευθυντή έγινε μετά από αξιολόγηση.
  • Η διαδικασία του διορισμού καθυστέρησε λόγω έλλειψης εγγράφων.
  • Οι διορισμοί στο υπουργείο προκάλεσαν συζητήσεις.
  • Με τον διορισμό της επιτροπής ξεκίνησε η συνεδρίαση.