διαφθορά
ουσιαστικό1. Παράνομη ή ανήθικη χρήση εξουσίας ή αξιώματος για προσωπικό όφελος, όπως δωροδοκία, κατάχρηση εξουσίας ή προνομιακή μεταχείριση.
2. Σταδιακή ηθική ή κοινωνική αποσύνθεση, με αλλοίωση ή αποδυνάμωση αρχών, αξιών ή θεσμών.
Συνώνυμα
σήψη φθορά αποσύνθεση σάπισμα παρακμή διαστροφή παραφθορά ανηθικότητα σκάνδαλο ακολασία αλλοίωση ανεντιμότητα κακοσύνη δωροδοκία μίζα χρηματισμός ρουσφέτι κακοδιοίκηση ασέλγεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαφθορά στα δημόσια αξιώματα υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
- Η ηθική διαφθορά των στελεχών επηρέασε την εταιρεία.
- Η διαφθορά των αρχείων προκάλεσε απώλεια σημαντικών πληροφοριών.
- Η διαφθορά των τροφίμων οφείλεται σε ακατάλληλη συντήρηση και θερμοκρασία.
- Η διαφθορά ενός χειρογράφου δυσχεραίνει την αξιόπιστη ανάγνωση του κειμένου.