διατύπωση
ουσιαστικό1. Τρόπος ή μορφή με την οποία διατυπώνεται μια σκέψη, ιδέα ή πληροφορία, δηλαδή ο τρόπος παρουσίασης της με λέξεις και προτάσεις.
2. Συγκεκριμένη επιλογή και διάταξη λέξεων που συγκροτεί ένα κείμενο, πρόταση ή αίτημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διατύπωση της ερώτησης πρέπει να είναι σαφής για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις.
- Στη νομική πράξη, η διατύπωση του άρθρου καθορίζει την ερμηνεία του νόμου.
- Η διατύπωση της θεωρίας στην εργασία του καθηγητή ήταν κατανοητή και συστηματική.
- Παρακαλώ βελτίωσε τη διατύπωση του αιτήματος πριν το υπογράψουμε.
- Στις εξετάσεις, η σαφής διατύπωση της απάντησης κερδίζει επιπλέον πόντους.