διατάζω
ρήμα1. Δίνω εντολή σε κάποιον να πράξει ή να μην πράξει κάτι, συνήθως ασκώντας εξουσία ή αρμοδιότητα.
2. Τοποθετώ ή τακτοποιώ πρόσωπα, αντικείμενα ή πράξεις σύμφωνα με συγκεκριμένη σειρά, σχήμα ή σχέδιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Διατάζω τους στρατιώτες να προχωρήσουν προς το ύψωμα.
- Διατάζω τα βιβλία στο ράφι ανάλογα με το θέμα.
- Διατάζω την άμεση εκκένωση του κτιρίου λόγω επικείμενου κινδύνου.
- Διατάζω τους υπαλλήλους να ολοκληρώσουν την έκθεση μέχρι αύριο.
- Διατάζω την έναρξη της συνεδρίασης και καλώ τον πρόεδρο να τοποθετηθεί.