διαρκώς
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν διακόπτεται ή σταματά, παρατείνοντας την παρουσία, την ενέργεια ή την κατάσταση στον χρόνο.
2. Κατά εκτεταμένο χρονικό διάστημα ή καθ' όλη τη διάρκεια μιας περιόδου, με διατήρηση της ισχύος ή του αποτελέσματος.
Συνώνυμα
συνεχώς αδιάλειπτα αδιαλείπτως ανελλιπώς αδιάκοπα μονίμως συνέχεια ασταμάτητα μόνιμα πάντα πάντοτε σταθερά συνεχόμενα συστηματικά άοκνα επίμονα αιωνίως παντοτινά τακτικά συχνά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μηχανή λειτουργεί διαρκώς χωρίς διακοπή.
- Οι τιμές αυξάνονται διαρκώς τον τελευταίο χρόνο.
- Με ενοχλεί που τηλεφωνεί διαρκώς στη δουλειά.
- Ο πόνος παρέμεινε διαρκώς έντονος μετά το ατύχημα.
- Η ομάδα εργάζεται διαρκώς για τη βελτίωση της πλατφόρμας.