διαλαλώ

ρήμα

1. Αναγγέλλω δυνατά και δημόσια ένα μήνυμα, πληροφορία ή γεγονός με σκοπό τη διάδοσή του.

2. Προβάλλω με έντονο και επίμονο τρόπο κάτι (π.χ. προϊόν, ιδέα, εκδήλωση) για να το κάνω ευρύτερα γνωστό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην αγορά διαλαλώ τα προϊόντα μου κάθε πρωί.
  • Στη συνάντηση του συλλόγου διαλαλώ την ανάγκη για μεγαλύτερη συμμετοχή.
  • Με υπερηφάνεια διαλαλώ τα κατορθώματα της ομάδας μας.
  • Στο κήρυγμά μου διαλαλώ τη δόξα και το έλεος του Θεού.
  • Μέσα στο γράμμα διαλαλώ τη λύπη μου για όσα συνέβησαν.