διέλευση

ουσιαστικό

Το γεγονός ή η ενέργεια κατά την οποία άτομα, οχήματα ή αντικείμενα κινούνται από τη μία πλευρά ενός σημείου, ορίου ή χώρου στην άλλη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διέλευση των πεζών από το πεζοδρόμιο απαγορεύτηκε λόγω έργων.
  • Η διέλευση των οχημάτων από τη γέφυρα διακόπηκε προσωρινά.
  • Για την διέλευση των συνόρων χρειάζονται διαβατήριο και θεώρηση εισόδου.
  • Η διέλευση του χρόνου έγινε εμφανής στα σημάδια στο πρόσωπό του.
  • Η διέλευση του πλοίου από τον στενό δίαυλο απαιτούσε ειδική άδεια.