διάρρηξη
ουσιαστικό1. Εγκληματική πράξη κατά την οποία παραβιάζεται η είσοδος, οι κλειδαριές ή η ασφάλεια χώρου ή περιουσίας με σκοπό την παράνομη αφαίρεση αντικειμένων ή την απόκτηση μη εγκεκριμένης πρόσβασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διάρρηξη του σπιτιού έγινε νωρίς το πρωί και έκλεψαν ηλεκτρονικές συσκευές.
- Η διάρρηξη δεδομένων ανάγκασε την εταιρεία να ειδοποιήσει τους πελάτες.
- Η διάρρηξη του τυμπανικού υμένα προκάλεσε αιφνίδιο πόνο και μείωση της ακοής.
- Η διάρρηξη των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες προκάλεσε διεθνή ανησυχία.
- Η διάρρηξη της σιωπής στην αίθουσα δημιούργησε αμηχανία.