διάνοια

ουσιαστικό

1. Η ικανότητα σκέψης και νοήσεως που επιτρέπει την αντίληψη, την κατανόηση, την κρίση και την επεξεργασία ιδεών.

2. Το σύνολο των πνευματικών δυνάμεων και του επιπέδου νοημοσύνης ενός ατόμου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διάνοια του καθηγητή εντυπωσίασε τους φοιτητές.
  • Δεν πέρασε από τη διάνοια μου ότι θα γινόταν έτσι.
  • Οι διάνοιες της εποχής συνέβαλαν σημαντικά στην πρόοδο της κοινωνίας.
  • Η κούραση επηρεάζει τη διάνοια και συχνά οδηγεί σε λάθη.
  • Με λίγη διάνοια και επιμονή βρήκε την καινοτόμο λύση.