δεσπότης
ουσιαστικό1. Τίτλος και προσφώνηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία για ιεράρχη που φέρει επισκοπική εξουσία και πνευματική ηγεσία σε μια εκκλησιαστική περιφέρεια.
Συνώνυμα
επίσκοπος αφέντης αφεντικό άρχοντας μητροπολίτης αρχιεπίσκοπος πατριάρχης ιεράρχης αρχιερέας κύριος κυρίαρχος τύραννος άρχων ηγεμόνας δεσποτάρχης ηγεμών θεός αρχηγός δυνάστης κυβερνήτης αυτοκράτορας ηγέτης δεσποτάκος αφεντάκος πρόεδρος διευθυντής διοικητής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δεσπότης τέλεσε τη θεία λειτουργία το πρωί.
- Ο δεσπότης του Μορέως ήταν γνωστός για την αυστηρότητά του.
- Στα χωριά του 19ου αιώνα ο δεσπότης εκμεταλλευόταν τους αγρότες.
- Στο σπίτι ο πατέρας ήταν δεσπότης, οι αποφάσεις περνούσαν από εκείνον.
- Οι πιστοί υποδέχτηκαν τον δεσπότη με τιμές.