γνωστός

επίθετο

1. Που έχει ήδη γίνει αντικείμενο γνώσης για κάποιον λόγω προηγούμενης εμπειρίας, πληροφορίας ή επαφής.

2. Που είναι ευρέως αναγνωρισμένο ή διαδεδομένο στο κοινό, με παρουσία στην κοινή γνώμη ή στα μέσα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γνωστός ηθοποιός θα δώσει παράσταση αύριο.
  • Είναι γνωστό ότι η τακτική άσκηση βελτιώνει την υγεία.
  • Ένας γνωστός μου με βοήθησε να βρω δουλειά.
  • Αυτή είναι μια γνωστή συνταγή της γιαγιάς που περνάει από γενιά σε γενιά.
  • Τα γνωστά προβλήματα του συστήματος πρέπει να διορθωθούν άμεσα.