αόριστος

επίθετο

1. Που δεν είναι σαφώς καθορισμένο ή προσδιορισμένο σε όρια, ποσότητα, χρόνο ή χαρακτηριστικά.

2. Που εκφράζει ασάφεια ή γενικότητα, χωρίς σαφήνεια ή λεπτομέρειες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αόριστος δείχνει ότι η πράξη συνέβη στο παρελθόν.
  • Μάθαμε να σχηματίζουμε τον αόριστο των ρημάτων στο μάθημα.
  • Ο προγραμματισμός της εκδήλωσης είναι αόριστος, γι' αυτό δεν έχει οριστεί ώρα.
  • Ο αόριστος όρος στο συμβόλαιο δημιουργεί νομική ασάφεια.
  • Ο ισχυρισμός ήταν αόριστος, χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες.