αφοπλίζω
ρήμα1. Αφαιρώ όπλα από πρόσωπο, ομάδα ή κράτος, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν βία.
2. Αχρηστεύω όπλα, εκρηκτικά ή μηχανισμούς, ώστε να μη λειτουργούν ή να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
Συνώνυμα
ξεοπλίζω αφαιρώ εξουδετερώνω αδρανοποιώ αποστρατικοποιώ απογυμνώνω αποδυναμώνω αιφνιδιάζω αμηχαίνω εκπλήσσω καταπλήσσω γοητεύω σαγηνεύω εντυπωσιάζω ξεβρακώνω αποδιοργανώνω αποκρούω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αφοπλίζω τον επιτιθέμενο προτού τραυματίσει κάποιον.
- Ο πυροτεχνουργός αφοπλίζει τη βόμβα με μεγάλη προσοχή.
- Το ειλικρινές του χαμόγελο αφοπλίζει κάθε επιφυλακτικότητα.
- Η ξεκάθαρη απάντησή της αφοπλίζει τις αντιρρήσεις στη συζήτηση.
- Οι διαπραγματεύσεις αφοπλίζουν την ένταση στην περιοχή.