αφανίζομαι
ρήμα1. Σταματώ να γίνομαι ορατός ή αντιληπτός από άλλους, παύοντας να φαίνομαι στο χώρο ή στο οπτικό πεδίο.
2. Αποσύρομαι ή απομακρύνομαι από ένα μέρος ή κατάσταση, χωρίς προειδοποίηση ή χωρίς να αφήνω εμφανή ίχνη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ξαφνικά αφανίζομαι μέσα στην ομίχλη.
- Όταν ντρέπομαι σε πλήθος, συνήθως αφανίζομαι.
- Μετά τον καυγά, απλώς αφανίζομαι και δεν απαντώ σε μηνύματα.
- Με τα χρόνια αφανίζομαι από τις αναμνήσεις τους.
- Όταν περνάω από τη σήραγγα, το κινητό χάνει σήμα και εγώ αφανίζομαι από το δίκτυο.