αφανής
επίθετο1. Που δεν γίνεται ορατός ή αντιληπτός από τις αισθήσεις.
2. Που παραμένει κρυπτός ή άγνωστος, χωρίς εύκολη αναγνώριση ή προφανή παρουσία.
3. Που δεν ξεχωρίζει ή δεν τραβά την προσοχή λόγω χαμηλής έντασης, φωτεινότητας ή εμφανών χαρακτηριστικών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αφανής ήρωας δούλευε χωρίς να ζητά αναγνώριση.
- Η προσπάθειά της έμεινε αφανής στους συναδέλφους της.
- Υπήρχε ένας αφανής κίνδυνος πίσω από τις οικονομικές αποφάσεις.
- Στον έντονο φωτισμό της σκηνής, ο τραγουδιστής έμοιαζε αφανής.
- Η αλήθεια παρέμενε αφανής για πολλούς.