αυθόρμητος
επίθετο1. Που εκδηλώνεται ή γίνεται χωρίς προγραμματισμό, χωρίς προηγούμενη σκέψη ή προετοιμασία.
2. Που βασίζεται σε εσωτερικό κίνητρο και όχι σε εξωτερική επιβολή ή σχεδιασμό.
3. Που χαρακτηρίζεται από άμεση, ανεπιτήδευτη αντίδραση ή έκφραση συναισθήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αυθόρμητη αντίδρασή της συγκίνησε όλους.
- Είναι πάντα αυθόρμητος όταν μιλάει μπροστά στο κοινό.
- Το ταξίδι προέκυψε ως αυθόρμητη ιδέα και κανείς δεν το είχε προγραμματίσει.
- Τα αυθόρμητα χειροκροτήματα του κοινού σήμαιναν ότι η παράσταση άρεσε.
- Οι αυθόρμητοι φίλοι του εμφανίστηκαν δίχως προειδοποίηση.