αστυνομικός
ουσιαστικόΠρόσωπο που υπηρετεί στην αστυνομία ως δημόσιος υπάλληλος ή αξιωματικός, με αρμοδιότητες τη διατήρηση της τάξης, την πρόληψη και διερεύνηση εγκλημάτων, την προστασία των πολιτών και την εφαρμογή του νόμου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αστυνομικός έφτασε πρώτος στο σημείο του ατυχήματος.
- Η αστυνομικός συμπλήρωσε την έκθεση μετά την καταγγελία.
- Οι αστυνομικοί περιπολούσαν τη γειτονιά όλη τη νύχτα.
- Θέλει να γίνει αστυνομικός όταν τελειώσει το σχολείο.
- Ο αστυνομικός συνέλαβε τον ύποπτο μετά από σύντομη καταδίωξη.