αποτρόπαιος

επίθετο

Που προκαλεί αποτροπή, φόβο ή απώθηση· που εμπνέει φρίκη ή έντονη αποστροφή λόγω της φρικαλεότητάς του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το έγκλημα που διέπραξε ήταν αποτρόπαιο και κανείς δεν μπορούσε να το δικαιολογήσει.
  • Η αποτρόπαια εικόνα των πλημμυρισμένων σπιτιών με συγκλόνισε.
  • Οι αποτρόπαιοι θόρυβοι από τα συντρίμμια δεν σταμάτησαν όλη τη νύχτα.
  • Οι αποτρόπαιες πράξεις του δικτάτορα άφησαν βαθιές πληγές στην κοινωνία.
  • Το προαίσθημα ήταν αποτρόπαιο, σαν προειδοποίηση για κάτι κακό που ερχόταν.