αποτροπή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του αποτρέπω, δηλαδή η παρεμπόδιση ή μεθόδευση ώστε να μην πραγματοποιηθεί μια πράξη, γεγονός ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποτροπή μέσω ισχυρού στρατού θεωρείται θεμέλιο της εθνικής ασφάλειας.
- Η αποτροπή του εγκλήματος επιτυγχάνεται με καλό φωτισμό και περισσότερες περιπολίες.
- Οι εμβολιασμοί συμβάλλουν στην αποτροπή της εξάπλωσης μολυσματικών νόσων.
- Η φορολόγηση ορισμένων προϊόντων είναι μέτρο για την αποτροπή της υπερκατανάλωσης.
- Η αποτροπή των νέων από το κάπνισμα προϋποθέτει εκπαίδευση και περιορισμούς στη διαφήμιση.