αποσχισμός

ουσιαστικό

1. Πράξη ή διαδικασία κατά την οποία τμήμα ενός κράτους, οργανισμού ή άλλου συνόλου αποσπάται και διακόπτει την πολιτική, διοικητική ή οργανωτική του ένταξη στο αρχικό σώμα με στόχο την αυτονομία, ανεξαρτησία ή ξεχωριστή λειτουργία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αποσχισμός μιας επαρχίας οδήγησε σε πολιτική κρίση.
  • Ο αποσχισμός μελών από το κόμμα προκάλεσε ένταση στο κοινοβούλιο.
  • Στη χειρουργική, ο αποσχισμός του αμφιβληστροειδούς απαιτεί άμεση επέμβαση.
  • Ο αποσχισμός ενός τμήματος του βράχου προκάλεσε κατολίσθηση στο μονοπάτι.
  • Στη θρησκευτική ιστορία, ο αποσχισμός οδήγησε στη δημιουργία νέων δογμάτων.